Παρά τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών τραπεζικής χρηματοδότησης τα τελευταία χρόνια, οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα – ιδίως οι μικρομεσαίες – εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές χρηματοδοτικές δυσχέρειες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις των υπόλοιπων χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ειδικής μελέτης που εκπόνησε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση επενδύσεων, την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και, ευρύτερα, τη μεγέθυνση της οικονομίας.
Όπως τονίζεται στην έκθεση, αν και το κόστος δανεισμού παραμένει διαχρονικά υψηλότερο στην Ελλάδα, μετά το 2022 καταγράφεται σαφής τάση σύγκλισης με τις χώρες της περιφέρειας, η οποία κορυφώνεται το 2025, όταν το κόστος δανεισμού σχεδόν εξισώνεται.
Ωστόσο, τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανεισμού, καθώς και οι συνολικοί δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων παραμένουν συστηματικά υψηλότερα, παρά την εμφανή αποκλιμάκωσή τους από το 2023 και μετά.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες παραμένουν οι πολύ μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς οι κατηγορίες αυτές αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων και στηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, βασικοί παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση χρηματοδοτικών εμποδίων είναι:
- το μικρό μέγεθος της επιχείρησης
- η επιδείνωση του κύκλου εργασιών,
- η ασθενής κεφαλαιακή βάση,
- το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό και
- η χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν πιστωτικό κίνδυνο.
Παρά τη βελτίωση της διαθεσιμότητας δανειακών κεφαλαίων και την εξάλειψη του τραπεζικού χρηματοδοτικού κενού κατά την τελευταία διετία, η περαιτέρω άμβλυνση των χρηματοδοτικών περιορισμών αναδεικνύεται σε κρίσιμη προϋπόθεση για την ενίσχυση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, ιδίως όσον αφορά καινοτόμες επιχειρήσεις που επενδύουν σε τεχνολογίες αιχμής και σε άυλο κεφάλαιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, το Γραφείο προκρίνει παρεμβάσεις πολιτικής που αφορούν την ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα και την ανάπτυξη εναλλακτικών μη τραπεζικών πηγών χρηματοδότησης για μικρές επιχειρήσεις ώστε να διευρυνθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση.
Τι λέει η Τράπεζα της Ελλάδος
Όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2025 αυξήθηκε κατά 25% το ποσοστό των επιχειρήσεων που αιτήθηκαν τραπεζικό δάνειο.
Επικαλούμενη τα αποτελέσματα της έρευνα SAFE (Survey on the Access to Finance of Enterprises) σημειώνεται ότι μεταξύ των επιχειρήσεων οι οποίες υπέβαλαν αίτημα για τραπεζικό δανεισμό πέρυσι:
- αυξήθηκε το ποσοστό εκείνων που ανέφεραν απόρριψη του αιτήματος τους (19%, έναντι 16% το 2024: Β), ενώ
- υποχώρησε, αλλά διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, το ποσοστό των αιτήσεων που ικανοποιήθηκαν πλήρως ή κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (47%, έναντι 59% το 2024).
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ανέφεραν στη διάρκεια του 2025 αύξηση της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων, την οποία αποδίδουν στον υποστηρικτικό ρόλο τόσο της προθυμίας των τραπεζών να χορηγήσουν πιστώσεις, όσο και των παραγόντων που σχετίζονται με τη φερεγγυότητα της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα καταγράφεται ότι η επίδραση του οικονομικού περιβάλλοντος ήταν συνολικά ουδέτερη.
Επιπρόσθετα, στην Ελλάδα παρατηρήθηκε αύξηση της ζήτησης για δάνεια τακτής λήξης. Όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης δανείων, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα συνέχισαν να αναφέρουν μείωση των τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού, που αντανακλούν την άμεση μετακύλιση των πρόσφατων μειώσεων των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά υπέδειξαν αύξηση για τις λοιπές χρεώσεις, τέλη και προμήθειες. Αντίθετα στην ευρωζώνη καταγράφηκε αύξηση των επιτοκίων και ταυτόχρονη άνοδος για τις λοιπές χρεώσεις, τέλη και προμήθειες επί των τραπεζικών πιστώσεων.
