Μια ενδεχόμενη επιτυχία της ερευνητικής γεώτρησης στο Μπλοκ 2 του Ιονίου δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ενεργειακό project, αλλά μια πιθανή εξέλιξη που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει συνολικά το ενεργειακό, οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας. Όπως προκύπτει από τα όσα ειπώθηκαν κατά την τελετή υπογραφής της σύμβασης για το γεωτρύπανο πρόκειται για ένα εγχείρημα υψηλού ρίσκου αλλά και εξαιρετικά υψηλής δυνητικής απόδοσης, που σε περίπτωση επιτυχίας μπορεί να αλλάξει τη θέση της χώρας στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δομή “Άσωπος”, μια γεωλογική περιοχή τεράστιας κλίμακας που εκτείνεται σε περίπου 1.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα – δηλαδή μια έκταση αντίστοιχη σχεδόν με αυτή της Αττικής. Πρόκειται για ένα στόχο που προέκυψε μετά από εκτεταμένες σεισμικές έρευνες και ο οποίος θεωρείται από τους γεωλόγους της κοινοπραξίας ως μία από τις πιο ελπιδοφόρες δομές που έχουν εντοπιστεί ποτέ στη χώρα.
Οι εκτιμήσεις για το δυνητικό μέγεθος του κοιτάσματος είναι εντυπωσιακές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, τα πιθανά αποθέματα κυμαίνονται μεταξύ 9,5 και 10 τρισ. κυβικών ποδιών φυσικού αερίου, δηλαδή περίπου 270 δισ. κυβικά μέτρα. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η Ελλάδα καταναλώνει σήμερα περίπου 6 έως 7 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι ένα τέτοιο κοίτασμα θα μπορούσε θεωρητικά να καλύψει τις ανάγκες της χώρας για σχεδόν 40 χρόνια, αλλάζοντας πλήρως τα δεδομένα ενεργειακής ασφάλειας.
Ωστόσο, το project απέχει πολύ από το να θεωρείται δεδομένο. Η πιθανότητα επιτυχίας της πρώτης γεώτρησης εκτιμάται στο 16%, ένα ποσοστό που μπορεί να φαίνεται χαμηλό, αλλά θεωρείται απολύτως συμβατό με τα διεθνή standards για γεωτρήσεις σε βαθιά νερά και σε νέες γεωλογικές ζώνες. Όπως τονίστηκε, πρόκειται για ένα “στοίχημα” που οι εταιρείες γνωρίζουν καλά πώς να διαχειρίζονται.
Καθοριστικό στοιχείο είναι ότι το ρίσκο του εγχειρήματος αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τις εταιρείες της κοινοπραξίας και όχι από το ελληνικό δημόσιο. Πρόκειται για μια επένδυση ιδιωτικών κεφαλαίων, όπου το κράτος συμμετέχει μόνο στο σκέλος των εσόδων σε περίπτωση επιτυχίας, χωρίς να εκτίθεται σε οικονομικό κίνδυνο.
Σε τεχνικό επίπεδο, η γεώτρηση θα πραγματοποιηθεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, καθώς θα φτάσει σε συνολικό βάθος περίπου 1.600 μέτρων, με το βάθος νερού να ανέρχεται στα 840 μέτρα. Το κόστος της πρώτης αυτής φάσης εκτιμάται στα 70 με 80 εκατ. δολάρια (60 με 70 εκατ. ευρώ), ενώ η διάρκεια της γεώτρησης αναμένεται να είναι περίπου δύο μήνες.
Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει την κατάθεση της Μελέτης Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Επιπτώσεων έως τις 15 Ιουνίου, με στόχο την ολοκλήρωση των αδειοδοτήσεων μέχρι τον Νοέμβριο του 2026. Όπως επισημάνθηκε, η μέχρι σήμερα ανταπόκριση του κρατικού μηχανισμού χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα γρήγορη, στοιχείο κρίσιμο για την τήρηση του σχεδιασμού. Εφόσον όλα εξελιχθούν ομαλά, το γεωτρύπανο αναμένεται να εγκατασταθεί και να ξεκινήσει εργασίες τον Φεβρουάριο του 2027.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα της δραστηριότητας. Η Energean υπογράμμισε ότι θα εφαρμοστεί το ίδιο μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε στον Πρίνο, όπου επί δεκαετίες παραγωγής δεν έχει καταγραφεί περιβαλλοντική επιβάρυνση, με την περιοχή να διαθέτει ακόμη και “γαλάζιες σημαίες”. Η δέσμευση για απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση του έργου.
Σε περίπτωση επιτυχούς γεώτρησης, το project εισέρχεται σε μια εντελώς διαφορετική φάση, με επενδύσεις που εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 5 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη του κοιτάσματος. Στο σενάριο αυτό, και με βάση τις εκτιμήσεις της εταιρείας, από τα συνολικά αποθέματα αναμένεται να είναι εκμεταλλεύσιμο περίπου το 50% έως 60%, οδηγώντας σε σημαντικές ποσότητες προς παραγωγή.
Σε όρους οικονομικών μεγεθών, γίνεται λόγος για δυνητικά έσοδα της τάξης των 60 δισ. ευρώ από την εκμετάλλευση του κοιτάσματος, από τα οποία θα αφαιρεθούν τα κόστη επένδυσης και λειτουργίας. Τα καθαρά έσοδα θα μοιραστούν μεταξύ κοινοπραξίας και ελληνικού δημοσίου, με το κράτος να λαμβάνει σημαντικό μερίδιο χωρίς να έχει επενδύσει ίδια κεφάλαια.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, τα συνολικά έσοδα για το ελληνικό δημόσιο θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 10 δισ. ευρώ σε βάθος περίπου 20 ετών. Πρόκειται για ένα μέγεθος που, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, θα μπορούσε να έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την ελληνική οικονομία.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η γεώτρηση στο Ιόνιο δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό εγχείρημα, αλλά ένα στρατηγικό στοίχημα για τη χώρα. Με πιθανότητες επιτυχίας μόλις 16%, αλλά με δυνητικά οφέλη που μπορούν να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες της Ελλάδας για δεκαετίες και να αποφέρουν δισεκατομμύρια ευρώ στα δημόσια ταμεία, το project συμπυκνώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη λογική των επενδύσεων στον τομέα των υδρογονανθράκων: υψηλό ρίσκο, αλλά και δυνατότητα για μια μεγάλη ανατροπή.
