Σοβαρή υπόθεση απάτης και εκβιασμού που, σύμφωνα με τις καταγγελίες της ίδιας, οδήγησε σε οικονομική ζημία 143.000 ευρώ και απειλές με όπλο, περιγράφει η Σωτηρία Μπακαλάκου, πρώην αντιδήμαρχος Οικονομικών του Δήμου Καρδίτσας και συνεργάτιδα του ευρωβουλευτή Νίκος Παπανδρέου.
Η υπόθεση, όπως αναφέρεται, συνδέεται με δικογραφία του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών και αφορά σύλληψη μελών οικογένειας που φέρονται να εμπλέκονται σε οργανωμένη απάτη με θύματα πολλαπλά πρόσωπα.
Η κ. Μπακαλάκου υποστηρίζει ότι η γνωριμία της με τον βασικό εμπλεκόμενο ξεκίνησε την περίοδο της αυτοδιοικητικής της θητείας, όταν εκείνος δραστηριοποιούνταν ως εκπρόσωπος οικογενειακών επιχειρηματικών συμφερόντων σε συναλλαγές με τον δήμο Καρδίτσα. Όπως αναφέρει, τότε υπήρχε σχέση τυπικής συνεργασίας, την οποία περιγράφει ως απολύτως ομαλή και οικονομικά συνεπή.
Χρόνια αργότερα, σύμφωνα με την ίδια, η επαφή επαναλήφθηκε σε ιδιωτικό επίπεδο, όταν της προτάθηκε συμμετοχή σε συναλλαγές χρυσών λιρών. Όπως καταγγέλλει, το αρχικό πλαίσιο εμπιστοσύνης αξιοποιήθηκε για να στηθεί μηχανισμός εξαπάτησης που εξελίχθηκε σταδιακά και οδήγησε σε απώλεια μεγάλου χρηματικού ποσού.
Η ίδια υποστηρίζει ότι μέσα σε περίπου έξι μήνες ο ίδιος και συγγενικά του πρόσωπα απέσπασαν από εκείνη και τον πρώην σύζυγό της συνολικά 143.000 ευρώ, μέσω επαναλαμβανόμενων συναλλαγών και τεχνικών χειραγώγησης. Όταν, όπως λέει, αντιλήφθηκε την απάτη και προχώρησε σε απειλή καταγγελίας, δέχθηκε εκφοβισμό και ευθείες απειλές κατά της ζωής της.
«Μου επέδειξαν όπλο και μου είπαν ότι θα υπάρξουν συνέπειες αν προχωρήσω σε καταγγελία», αναφέρει, περιγράφοντας κλιμάκωση της πίεσης μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης.
Παράλληλα, κάνει λόγο για οργανωμένο σύστημα ψυχολογικής χειραγώγησης, μέσω του οποίου, όπως ισχυρίζεται, οι δράστες προσαρμόζονταν στον χαρακτήρα και στις ανάγκες των θυμάτων τους. Όπως τονίζει, η τακτική αυτή βασιζόταν στην καλλιέργεια εμπιστοσύνης και στην εικόνα οικονομικής ισχύος, ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους.
Η πρώην αντιδήμαρχος αναφέρει ότι η υπόθεση δεν περιορίζεται σε μια απλή οικονομική διαφορά, αλλά αφορά, κατά την εκτίμησή της, οργανωμένη εγκληματική δράση με πολλαπλά θύματα. Υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη της υπόθεσης κατέστη δυνατή μόνο μέσω συνεργασίας μεταξύ των παθόντων και συντονισμένης νομικής και αστυνομικής έρευνας.
Όπως σημειώνει, έχουν ήδη κατατεθεί νέες νομικές κινήσεις με στόχο την επέκταση της δίωξης και τη διερεύνηση πιθανής εμπλοκής περισσότερων προσώπων, καθώς και πιθανών διαδρομών χρήματος που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί.
Η υπόθεση παραμένει σε εξέλιξη, ενώ οι αρμόδιες αρχές συνεχίζουν την έρευνα για την πλήρη χαρτογράφηση του δικτύου και των οικονομικών ροών που σχετίζονται με την καταγγελλόμενη δράση.
