Σε μία περίοδο που η ναυτιλιακή βιομηχανία αναζητά όλο και περισσότερο την προσέλκυση νέων, καταρτισμένων ναυτικών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι τεράστιες ελλείψεις που καταγράφονται, η νέα έκθεση του World Maritime University (WMU) προτείνει μια σειρά από πρωτοβουλίες για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.
Ειδικότερα, η μελέτη -που βασίζεται σε απαντήσεις 4.372 ναυτικών από 99 χώρες- υπογραμμίζει ότι, προκειμένου να καταστεί ελκυστικότερο το ναυτικό επάγγελμα, απαιτείται επανεξέταση βασικών παραμέτρων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ρεαλιστική στελέχωση των πλοίων, η μείωση των διοικητικών βαρών που έχουν ενταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια, η αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων ανάπαυσης και η ενσωμάτωση των αρχών της ανθρώπινης εργονομίας στον σχεδιασμό πλοίων και κανονισμών.
Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο αναδεικνύεται η ανάγκη προσαρμογής της ναυτιλίας στις προσδοκίες των νεότερων γενεών ναυτικών.
Όπως επισημαίνεται, η τεχνολογική πρόοδος δεν αρκεί από μόνη της, εάν δεν συνοδεύεται από σύγχρονες πρακτικές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και από ένα εργασιακό περιβάλλον που να επιτρέπει μακροχρόνια επαγγελματική προοπτική.
Ευρήματα
Τα ευρήματα καταγράφουν ότι οι ώρες εργασίας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, με τον παγκόσμιο μέσο όρο να διαμορφώνεται στις 71 ώρες την εβδομάδα, ενώ για τους Αμερικανούς ναυτικούς -στους οποίους δόθηκε σκόπιμη έμφαση στο δείγμα- ο μέσος όρος ανεβαίνει στις 79 ώρες.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η «ημέρα ανάπαυσης» παραμένει εξαίρεση: το 86,2% του συνολικού δείγματος και το 94,8% των Αμερικανών αναφέρουν ότι δεν έχουν εβδομαδιαίως πλήρη ημέρα off, ενώ μεγάλο ποσοστό δηλώνει ότι δεν είχε ούτε μία πλήρη μέρα ανάπαυσης σε όλη τη σύμβαση.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα αρχεία εργασίας και ανάπαυσης προσαρμόζονται, ώστε να εμφανίζεται τυπική συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο, γεγονός που υποδηλώνει την απόκλιση μεταξύ θεωρίας και καθημερινής πρακτικής.
Η περιορισμένη δυνατότητα άδειας για έξοδο στην ξηρά εξακολουθεί να αποτελεί ένα ακόμη διαρθρωτικό ζήτημα, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής των πληρωμάτων.
Ακόμη και σε επίπεδο ψυχικής υγείας, περίπου το ένα τρίτο των συμμετεχόντων δήλωσε ότι εμφάνισε επίπεδα στρες που χαρακτηρίζονται ως υψηλά, ενώ σημαντικό ποσοστό ανέφερε μειωμένη ψυχική ευεξία.
Τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα με τη συζήτηση για τη μακροπρόθεσμη επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού, καθώς σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες δήλωσαν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο αποχώρησης από το ναυτικό επάγγελμα μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Έλλειψη ισορροπίας
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του WMU, Maximo Mejia, τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η εργασιακή κόπωση και η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής αποτελούν αλληλένδετα ζητήματα, τα οποία επηρεάζουν άμεσα τη βιωσιμότητα του κλάδου.
Όπως σημειώνει, η ενίσχυση της ευημερίας των ναυτικών δεν αποτελεί μόνο κοινωνική υποχρέωση, αλλά και προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της λειτουργικής αξιοπιστίας της ναυτιλίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα συστήματα διαχείρισης ασφάλειας (SMS). Μεγάλο ποσοστό των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα εγχειρίδια και οι διαδικασίες είναι υπερβολικά εκτενή και δεν αντανακλούν επαρκώς την πραγματικότητα επί του πλοίου, ενώ η γραφειοκρατική επιβάρυνση εκλαμβάνεται ως παράγοντας που αποσπά χρόνο και ενέργεια από τις επιχειρησιακές ανάγκες.
Σημειώνεται, μάλιστα, ότι το κομμάτι της γραφειοκρατίας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και σε επίπεδο διεθνούς κανονιστικού πλαισίου, αφού υιοθετείται από τη θέσπιση παγκόσμιων κανόνων.
Βελτίωση του δείκτη ευτυχίας
Παρά τις επισημάνσεις του WMU, αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος Δείκτης Ευτυχίας των Ναυτικών (SHI) από τη Mission to Seafarers δείχνει μια μέτρια βελτίωση σε ό,τι αφορά την ευημερία στο τέλος της περσινής χρονιάς, με τη συνολική βαθμολογία ευτυχίας να αυξάνεται στο 7,26 στα 10, από 7,05 το προηγούμενο τρίμηνο, ωστόσο τα προειδοποιητικά σημάδια παραμένουν.
Ενώ η αύξηση στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 υποδηλώνει έναν βαθμό σταθεροποίησης μετά την απότομη ύφεση του τρίτου τριμήνου, τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι οι ναυτικοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις και φόβους που σχετίζονται κυρίως με τα γεωπολιτικά γεγονότα.
Τόνισαν επίσης την αύξηση του φόρτου εργασίας και τη μείωση των αδειών. Από την άλλη πλευρά, βελτιώσεις παρατηρήθηκαν σε τομείς όπως η γενική ευτυχία.
