Σε ευθεία απειλή για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας αλλά και σε δυνητικό νέο σημείο τριβής με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξελίσσεται η παρατεταμένη αδυναμία ολοκλήρωσης του Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου του κλάδου.
Δεκαπέντε χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του και παρά τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στην ΔΕΘ – τον περασμένο Σεπτέμβριο – ότι “σύντομα θα ολοκληρωθούν τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια για την ιχθυοκαλλιέργεια” η κατάσταση παραμένει αβαθής.
Το «πάγωμα» των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) εξακολουθεί να μπλοκάρει επενδύσεις, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τους στόχους του Πολυετούς Στρατηγικού Σχεδίου πάνω στους οποίους εγκρίθηκαν κοινοτικοί πόροι άνω των 500 εκατ. ευρώ και απειλεί έναν έντονα εξαγωγικό κλάδο με αποτύπωμα που ξεπερνά το 1,5 δις ευρώ.
Αναλυτικότερα, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου Ιχθυοκαλλιεργειών δεν συνιστά πλέον απλώς μια χρόνια διοικητική εκκρεμότητα, αλλά έναν υπαρκτό αναπτυξιακό και θεσμικό κίνδυνο, με δυνητικές επιπτώσεις τόσο στη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και στη διεθνή θέση του ίδιου του κλάδου. Πρόκειται για ένα στρατηγικό εργαλείο εθνικής εμβέλειας, το οποίο θεσπίστηκε το 2011 και οριστικοποιήθηκε το 2015, με την έγκριση του Συμβουλίου της Επικρατείας — γεγονός που το καθιστά ένα από τα ελάχιστα χωροταξικά πλαίσια με τέτοια θεσμική θωράκιση και το μοναδικό στον πρωτογενή τομέα.
Σε αντίθεση με έναν απλό πολεοδομικό κανονισμό, το Χωροταξικό Ιχθυοκαλλιεργειών αποτελεί μια σύνθετη μελέτη χωρικής οργάνωσης, η οποία ενσωματώνει περιβαλλοντικές παραμέτρους, κριτήρια βιωσιμότητας και τη διάσταση της τοπικής κοινωνίας. Για την εφαρμογή του απαιτείται η έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, μέσω των οποίων προβλέπεται η θεσμοθέτηση 25 Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ): 23 για την ιχθυοκαλλιέργεια και δύο για τη μυδοκαλλιέργεια.
8 διατάγματα
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχουν υπογραφεί μόλις οκτώ προεδρικά διατάγματα. Ένα αφορά τη μυδοκαλλιέργεια στην Πιερία και επτά την ιχθυοκαλλιέργεια στις περιοχές Κεφαλονιάς, Οξειάς, Χαλκιδικής, Θεσπρωτίας, Μεγάρων, Αιτωλοακαρνανίας και Εύβοιας.
Τα υπόλοιπα 17 παραμένουν σε εκκρεμότητα, παρά το γεγονός ότι τρία εξ αυτών —σε Σαλαμίνα, Πόρο και Βοιωτία— βρίσκονται από το 2024 σε ώριμο στάδιο. Η μη υπογραφή τους αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις έντονες αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών, οι οποίες επιβραδύνουν ή μπλοκάρουν τη διαδικασία.
Η στασιμότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα στο πλαίσιο του Πολυετούς Στρατηγικού Σχεδίου για την Ανάπτυξη Υδατοκαλλιεργειών 2021-2027, βάσει του οποίου εγκρίνονται και τα κοινοτικά κονδύλια. Το σχέδιο προβλέπει αύξηση της εγχώριας παραγωγής κατά 3% ετησίως και 5% το τελευταίο έτος, στόχους πάνω στους οποίους «πάτησε» η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να εγκρίνει για την Ελλάδα πόρους ύψους 519,6 εκατ. ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (ΕΤΘΑΥ), εκ των οποίων τα 363,7 εκατ. ευρώ προέρχονται από κοινοτική συνεισφορά. Περίπου το 25% των κονδυλίων —δηλαδή κοντά στα 130 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 91 εκατ. ευρώ είναι κοινοτικοί πόροι— κατευθύνεται σε επενδύσεις για τη βιώσιμη υδατοκαλλιέργεια, τη μεταποίηση και την εμπορία.
Αναθεώρηση και πάγωμα επενδυτικών σχεδίων
Στην πράξη, ωστόσο, η απορρόφηση αυτών των πόρων περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη στεριά. Χωρίς θεσμοθετημένες ΠΟΑΥ δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια ούτε για τη δημιουργία νέων μονάδων ούτε για την επέκταση υφιστάμενων, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις να «λιμνάζουν» στη μεταποίηση και τη συσκευασία.
Ισχυρές εταιρείες αναθεωρούν συνεχώς τα αναπτυξιακά τους σχέδια. Ενδεικτικό παράδειγμα η Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς που «πάγωσαν» τον επενδυτικό σχεδιασμό της πενταετίας 2025-2029, ύψους 18 εκατ. ευρώ, λόγω των καθυστερήσεων στις απαραίτητες αδειοδοτήσεις.
Αποτέλεσμα είναι το 2026 η Ελλάδα όχι μόνο δεν έχει πιάσει τους «στόχους» του Πολυετούς Σχεδίου για την αύξηση του παραγόμενου όγκου αλλά αντίθετα κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σύμφωνα με τα εστοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2024 η παραγωγή μειώθηκε κατά 7,5% στους 114.800 τόνους.
Το οικονομικό αποτύπωμα του κλάδου
Μιλώντας στη «Ν», ο πρόεδρος της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας Απόστολος Τουραλιάς επισημαίνει ότι «το 2025 ο κύκλος εργασιών του κλάδου προσέγγισε τα 850 εκατ.ευρώ, εκ των οποίων το 82% αφορά εξαγωγές», τονίζοντας πως «η τσιπούρα και το λαβράκι ελληνικής καλλιέργειας παραμένουν το πρώτο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας σε ζωική πρωτεΐνη.
Το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα του κλάδου, μαζί με τις υποστηρικτικές δραστηριότητες, ξεπερνά το 1,5 δισ.ευρώ. Σε μια περίοδο όπου η δημόσια συζήτηση εστιάζει εκ νέου στην πρωτογενή παραγωγή, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να παράγει και να εξάγει προϊόντα ποιότητας και υψηλής διατροφικής αξίας, αποδεκτά από τις πιο απαιτητικές διεθνείς αγορές. Ο κλάδος διακρίνεται για το χαμηλό περιβαλλοντικό του αποτύπωμα, την ελάχιστη κατανάλωση γλυκού νερού, δεν απαιτεί ενισχύσεις και αυτορυθμίζεται, προσαρμοζόμενος στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς».
Ωστόσο, όπως τονίζει, «εδώ και 15 χρόνια ο τομέας ταλανίζεται από την αδυναμία της πολιτείας να ολοκληρώσει τον νομοθετημένο χωροταξικό σχεδιασμό», προσθέτοντας ότι πρόκειται για «ένα αναπτυξιακό εργαλείο που θα μπορούσε να δώσει ώθηση στον εκσυγχρονισμό και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού οδηγεί σε στασιμότητα των επενδύσεων και σε αδυναμία αξιοποίησης του σημαντικού παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας, ενώ η επίλυση των χωροταξικών ζητημάτων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, την προστασία του περιβάλλοντος και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην περιφέρεια».
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται αναφορικά με την απουσία προόδου τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας ότι «παρά τις επανειλημμένες εκθέσεις και παρεμβάσεις, τα τελευταία τρία χρόνια δεν υπάρχει καμία εξέλιξη». Όπως τονίζει ο ίδιος «είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τη δημόσια αναφορά του ίδιου του πρωθυπουργού από τη ΔΕΘ για την ανάγκη ολοκλήρωσης του χωροταξικού της ιχθυοκαλλιέργειας, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ δεν έχει ανταποκριθεί ούτε καν σε αιτήματα του κλάδου για συνάντηση», προσθέτοντας δηκτικά ότι «προφανώς το συγκεκριμένο υπουργείο λειτουργεί με τη δική του ατζέντα».
Το διακύβευα, όπως προειδοποιεί ο πρόεδρος της ΕΛΟΠΥ δεν περιορίζεται στο εσωτερικό μέτωπο. «Η αδυναμία υλοποίησης των στόχων του Πολυετούς Στρατηγικού Σχεδίου ενδέχεται να θέσει τη χώρα αντιμέτωπη με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μια συγκυρία όπου τα κοινοτικά κονδύλια είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με συγκεκριμένες δεσμεύσεις» τονίζει προσθέτοντας «Πλέον είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε σε δυναμικές κινητοποιήσεις σε όλα τα επίπεδα. Από την κυβέρνηση ζητάμε πλέον μία ξεκάθαρη απάντηση: αν θέλουν να συνεχίσουμε να παράγουμε».
