Οι αγορές πετρελαίου πανηγυρίζουν κάθε πληροφορία που δείχνει ότι ΗΠΑ και Ιράν πλησιάζουν σε συμφωνία. Ωστόσο, πίσω από τη βουτιά των τιμών διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα.
Ακόμη και αν ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ, οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου ενδέχεται να μην επιστρέψουν ποτέ στα επίπεδα που θεωρούνταν φυσιολογικά πριν από τον πόλεμο.
Η μεγαλύτερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη φαίνεται πως έχει αλλάξει οριστικά χαρακτήρα.
Το τέλος της «ελεύθερης ναυσιπλοΐας»;
Η βασική ανησυχία της ναυτιλιακής βιομηχανίας δεν αφορά μόνο το αν θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, αλλά κυρίως το ποιος θα ελέγχει στην πράξη το πέρασμα.
Σύμφωνα με αναλυτές της RBC Capital Markets και της Lloyd’s List, ακόμη και μετά από μια συμφωνία, το Ιράν ενδέχεται να διατηρήσει ουσιαστικό επιχειρησιακό έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ.
Αυτό σημαίνει ότι οι πλοιοκτήτες θα πρέπει να αξιολογούν διαρκώς τον γεωπολιτικό κίνδυνο, ενώ πολλά δυτικά πλοία ενδέχεται να διστάζουν να συνεργάζονται με ιρανικές αρχές ή με τους Φρουρούς της Επανάστασης, φοβούμενα κυρώσεις ή νέες πολεμικές εμπλοκές.
Ο πρώην σύμβουλος ενέργειας του Λευκού Οίκου, Άμος Χόκσταϊν, εκτιμά ότι η αντίληψη στις χώρες της Μέσης Ανατολής είναι πλέον πως «το Ιράν ελέγχει το Ορμούζ και θα συνεχίσει να το ελέγχει στο ορατό μέλλον».
Ένα Στενό δύο ταχυτήτων
Το πιο πιθανό σενάριο που εξετάζουν οι αναλυτές δεν είναι το απόλυτο κλείσιμο του περάσματος αλλά μια «διχοτομημένη» λειτουργία του.
Πλοία συνδεδεμένα με την Κίνα θα κινούνται σχετικά ελεύθερα, ενώ δυτικές εταιρείες ίσως χρειάζονται ειδικές συμφωνίες ή πρόσθετες εγγυήσεις για να περάσουν.
Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει τις συνολικές διελεύσεις στο 60%-70% των επιπέδων πριν από τον πόλεμο.
Δεν πρόκειται για ένα σενάριο που θα βυθίσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Πρόκειται όμως για κάτι πιο ύπουλο: μια μόνιμη γεωπολιτικοποίηση του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος στον κόσμο.

Το μάθημα της Ερυθράς Θάλασσας
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι πολλοί περίμεναν πως η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα θα ήταν προσωρινή.
Όταν οι Χούθι άρχισαν να επιτίθενται σε εμπορικά πλοία στα τέλη του 2023, η κυκλοφορία μέσω του στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ κατέρρευσε.
Περισσότερα από δύο χρόνια αργότερα, οι ροές δεν έχουν ακόμη επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα, παρότι οι επιθέσεις έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Το παράδειγμα αυτό δείχνει πόσο δύσκολα ανακτάται η εμπιστοσύνη της ναυτιλιακής αγοράς όταν ένας στρατηγικός διάδρομος χαρακτηριστεί «υψηλού κινδύνου».
Ο φόβος της επόμενης κρίσης
Ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία, οι ναυτιλιακές εταιρείες θα συνεχίσουν να σταθμίζουν το ενδεχόμενο νέας ανάφλεξης.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι βαλλιστικοί πύραυλοι και η αντιπαράθεση με το Ισραήλ παραμένουν ανοιχτές πληγές.
Κανένας πλοιοκτήτης δεν θέλει να δει τα δεξαμενόπλοιά του εγκλωβισμένα για μήνες στον Περσικό Κόλπο σε περίπτωση νέας σύγκρουσης.
Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της ναυτιλιακής κίνησης μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ πλήρως, ακόμη και σε συνθήκες ειρήνης.
Γιατί το Ορμούζ δεν είναι Ερυθρά Θάλασσα
Υπάρχει όμως μία κρίσιμη διαφορά. Τα πλοία που αποφεύγουν την Ερυθρά Θάλασσα μπορούν να κάνουν τον γύρο της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.
Για το Ορμούζ δεν υπάρχει πραγματικό ισοδύναμο. Πριν από τον πόλεμο από το στενό περνούσε περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι αγωγοί που διαθέτουν η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βοηθούν στην εκτροπή μέρους των ποσοτήτων, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τη θαλάσσια διαδρομή.
Το LNG, τα λιπάσματα και μια σειρά άλλων εμπορευμάτων εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ.

Η επόμενη ημέρα για το πετρέλαιο
Η αγορά μπορεί να έχει προεξοφλήσει μια συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν και να έχει οδηγήσει το Brent κάτω από τα πρόσφατα υψηλά του, όμως οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η εποχή του «business as usual» στον Περσικό Κόλπο έχει τελειώσει.
Οι χώρες του Κόλπου επιταχύνουν ήδη επενδύσεις σε νέους αγωγούς και εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγών, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να προωθούν νέο μεγάλο έργο που παρακάμπτει το Ορμούζ και αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2027.
Η μεγαλύτερη κληρονομιά του πολέμου ίσως τελικά να μην είναι η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου, αλλά η μόνιμη αμφισβήτηση της ασφάλειας του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος του πλανήτη. Και αυτό είναι κάτι που οι αγορές θα συνεχίσουν να τιμολογούν πολύ μετά την υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας.
