Στα ύψη παραμένουν οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων, έχοντας καταγράψει αύξηση περίπου 72% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της UNCTAD.
Οι παρατεταμένες διαταραχές στη Μέση Ανατολή και οι περιορισμοί στην προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων διατηρούν ισχυρές πιέσεις στο κόστος λειτουργίας των πλοίων, με τις τιμές του VLSFO στη Σιγκαπούρη να ξεπερνούν στα τέλη Οκτωβρίου ακόμη και τα 1.000 δολ. ανά τόνο.
Στην ανάλυση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) τονίζεται χαρακτηριστικά ότι οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων είχαν αυξηθεί κατά περίπου 72% έως τις 20 Οκτωβρίου 2026, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του εξαμήνου που προηγήθηκε της έναρξης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, στις 28 Φεβρουαρίου.
Η εκτίμηση βασίζεται στις τιμές καυσίμων χαμηλής και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο στη
Σιγκαπούρη, αποτυπώνοντας την ένταση των ανατιμήσεων που αντιμετωπίζουν πλοιοκτήτες και ναυλωτές.
ADVERTISING
Στη σχετική έκθεση η UNCTAD επισημαίνει ότι η παράταση της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να επιβαρύνει τον παγκόσμιο εμπορικό στόλο, με το κόστος ανεφοδιασμού των πλοίων να καταγράφει σημαντική άνοδο.
Ενδεικτική είναι η εικόνα στη Σιγκαπούρη, τον μεγαλύτερο κόμβο ανεφοδιασμού πλοίων παγκοσμίως, όπου οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, παρά την πρόσφατη αποκλιμάκωση.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ship & Bunker, η τιμή του VLSFO ξεπέρασε στις 28 Οκτωβρίου το
φράγμα των 1.000 δολ. ανά τόνο, φθάνοντας στις 30 Οκτωβρίου τα 1.019,50 δολ. Στις 2 Νοεμβρίου υποχώρησε στα 1.003,50 δολ., ενώ την επόμενη μέρα διαμορφώθηκε στα 941,50 δολ. ανά τόνο.
Παρά τη διόρθωση, οι τιμές παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, όταν το VLSFO διαπραγματευόταν περίπου στα 521,50 δολ. ανά τόνο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας ανεφοδιασμός 3.000 τόνων VLSFO κόστιζε στις 2 Νοεμβρίου περίπου 3 εκατ. δολ., έναντι 1,56 εκατ. δολ. πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Μειωμένη προσφορά
Η άνοδος των τιμών συνδέεται και με τη σημαντική μείωση των εξαγωγών διυλισμένων προϊόντων από χώρες του Περσικού Κόλπου.
Σύμφωνα με την UNCTAD, οι εξαγωγές υπολειμματικού μαζούτ από το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία υποχώρησαν κατά 66% μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 2026, στα 2,5 εκατ. τόνους, έναντι 7,2 εκατ. τόνων την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Παράλληλα, οι εξαγωγές diesel μειώθηκαν κατά 33%, ενώ πρόσθετοι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο καυσίμων επιδείνωσαν τις συνθήκες προσφοράς.
Ο οργανισμός επισημαίνει ότι το υψηλότερο κόστος ενέργειας και θαλάσσιων μεταφορών μεταφέρεται σταδιακά στις εφοδιαστικές αλυσίδες, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
MABUX
Τη διατήρηση των πιέσεων επιβεβαιώνει και η διεθνής εταιρεία παροχής δεδομένων MABUX, η οποία καταγράφει σημαντική άνοδο των διεθνών δεικτών ναυτιλιακών καυσίμων τον Οκτώβριο.
Ειδικότερα, ο παγκόσμιος δείκτης VLSFO αυξήθηκε κατά 70,81 δολ., στα 913,07 δολ. ανά τόνο, ενώ ο δείκτης καυσίμων υψηλής περιεκτικότητας σε θείο (HSFO) ενισχύθηκε κατά 76,75 δολ., στα 778,42 δολ. Ο δείκτης Marine Gas Oil χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο (MGO LS) διαμορφώθηκε στα 1.524,50 δολ. ανά τόνο.
Ο διευθυντής της MABUX, Sergey Ivanov, αποδίδει τις εξελίξεις στις γεωπολιτικές εντάσεις και στις περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες καυσίμων.
Για τον Νοέμβριο, η MABUX αναμένει διατήρηση των υψηλών και έντονα ευμετάβλητων τιμών, με τις ισχυρότερες ανοδικές πιέσεις να εντοπίζονται στο MGO και στο LNG.
Η παρατεταμένη άνοδος των τιμών επαναφέρει στο προσκήνιο και την κατανομή του κόστους καυσίμων μεταξύ πλοιοκτητών και ναυλωτών.
Στις χρονοναυλώσεις, το κόστος καυσίμων βαρύνει κατά κανόνα τον ναυλωτή, ενώ στις ναυλώσεις ταξιδίου συνήθως τον πλοιοκτήτη, ανάλογα με τους συμβατικούς όρους.
