Σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη ισορροπία εισέρχεται η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα, καθώς τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων για την εποχή, η συνεχιζόμενη αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας και η επικείμενη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον προκλήσεων. Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι το ευρωπαϊκό σύστημα διαθέτει την απαραίτητη ευελιξία για να καλύψει τις ανάγκες της χειμερινής περιόδου, οι εκτιμήσεις για την επάρκεια και το κόστος εφοδιασμού προκαλούν προβληματισμό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να χρειαστεί να περιορίσει την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 7% κατά τη διάρκεια του φετινού χειμώνα, προκειμένου να αποφύγει πρόσθετες εισαγωγές που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον ενεργειακό λογαριασμό της κατά περίπου 3 δισ. ευρώ.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αντιστοιχεί σε μείωση της ζήτησης κατά περίπου 14 δισ. κυβικά μέτρα σε σύγκριση με τον προηγούμενο χειμώνα και συνδέεται άμεσα με τα περιορισμένα διαθέσιμα αποθέματα στις ευρωπαϊκές υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές αποθήκες βρίσκονται στο 73,12% της χωρητικότητάς τους, ποσοστό περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Πρόκειται μάλιστα για το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί για τη συγκεκριμένη εποχή από το 2011, όταν ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των σχετικών δεδομένων.
Ο κίνδυνος των χαμηλών αποθεμάτων
Το βασικό πρόβλημα δεν περιορίζεται στον συνολικό όγκο φυσικού αερίου που βρίσκεται αποθηκευμένος στην Ευρώπη, αλλά αφορά και τη δυνατότητα των εγκαταστάσεων να ανταποκριθούν σε περιόδους αιχμής της ζήτησης.
Όσο μειώνονται τα αποθέματα, τόσο περιορίζεται σε αρκετές εγκαταστάσεις και η δυνατότητα ημερήσιας άντλησης αερίου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν οι αποθήκες δεν εξαντληθούν, ενδέχεται να προκύψουν δυσκολίες στην κάλυψη αυξημένων αναγκών, ιδιαίτερα εάν σημειωθεί ένα παρατεταμένο κύμα ψύχους προς το τέλος του χειμώνα.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα διαθέσιμα αποθέματα κατά τη διάρκεια της περιόδου Νοεμβρίου – Μαρτίου θα είναι κατά περίπου 7,3 δισ. κυβικά μέτρα χαμηλότερα σε σχέση με πέρυσι.
Παράλληλα, από τον Ιανουάριο του 2027 αναμένεται να τεθούν σε εφαρμογή νέοι περιορισμοί στις εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, περιορίζοντας περαιτέρω τις διαθέσιμες επιλογές εφοδιασμού της ευρωπαϊκής αγοράς.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τις επιπτώσεις του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που έχει προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων ποσοτήτων πετρελαίου και LNG.
Οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα φορτίων LNG έχουν ενισχύσει τον διεθνή ανταγωνισμό για προμήθειες, οδηγώντας σε σημαντική άνοδο των τιμών και αυξάνοντας το κόστος αντικατάστασης των ποσοτήτων που δεν μπορούν να καλυφθούν από τις αποθήκες.
Υπολογίζεται ότι η εξασφάλιση πρόσθετων εισαγωγών για την κάλυψη του πιθανού ελλείμματος θα κόστιζε περίπου 3 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 12% σε σύγκριση με το κόστος που θα είχε η προμήθεια αντίστοιχων ποσοτήτων το 2025.
Η αλλαγή του μοντέλου εφοδιασμού
Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι υπόγειες αποθήκες λειτουργούσαν κυρίως ως εποχικό εργαλείο εξισορρόπησης. Η Ευρώπη γέμιζε τις εγκαταστάσεις κατά τους θερινούς μήνες και χρησιμοποιούσε τα αποθέματα τον χειμώνα, ενώ οι ευέλικτες εισαγωγές μέσω αγωγών, κυρίως από τη Ρωσία, κάλυπταν τις διακυμάνσεις της ζήτησης.
Σήμερα, με τις ρωσικές ροές μέσω αγωγών δραστικά περιορισμένες, οι αποθήκες έχουν αποκτήσει πολύ πιο κρίσιμο ρόλο στην ασφάλεια εφοδιασμού.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία της κατανάλωσης. Η χειμερινή ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από περίπου 185 δισ. κυβικά μέτρα την περίοδο 2022-2023 σε περίπου 200 δισ. κυβικά μέτρα κατά τους δύο επόμενους χειμώνες.
Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές φυσικού αερίου παρέμειναν σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του 2023, με αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή αγορά να στηρίζεται ολοένα περισσότερο στις αποθηκευμένες ποσότητες.
Είναι ενδεικτικό ότι τον χειμώνα 2024-2025 οι αντλήσεις από τις αποθήκες ήταν περίπου 50% υψηλότερες σε σχέση με τους δύο προηγούμενους χειμώνες. Η αυξανόμενη εξάρτηση από τις αποθήκες, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κόστος αναπλήρωσής τους, μετατρέπεται πλέον σε σημαντικό οικονομικό βάρος για την Ευρώπη.
Καθησυχάζει η Κομισιόν, αλλά με αστερίσκους
Παρά τις ανησυχητικές ενδείξεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται καθησυχαστική ως προς την ικανότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί στις ανάγκες του φετινού χειμώνα.
Μετά τη συνεδρίαση της Ομάδας Συντονισμού για το Φυσικό Αέριο, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι της Κομισιόν, των κρατών-μελών και της ενεργειακής βιομηχανίας, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το ευρωπαϊκό σύστημα φυσικού αερίου διαθέτει επαρκή ευελιξία ώστε να καλύψει τη ζήτηση, παρά τα χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα αποθέματα.
Ωστόσο, η ίδια η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της αγοράς θα είναι οι θερμοκρασίες που θα επικρατήσουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Ένας σχετικά ήπιος χειμώνας θα μπορούσε να περιορίσει τις ανάγκες για πρόσθετες εισαγωγές LNG και να επιτρέψει την ομαλή διαχείριση των διαθέσιμων αποθεμάτων. Αντίθετα, μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών θερμοκρασιών θα αύξανε τη ζήτηση για θέρμανση, εντείνοντας την πίεση στις αποθήκες και στις διεθνείς αγορές.
Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η απόφαση μεταξύ άντλησης φυσικού αερίου από τις αποθήκες και αγοράς πρόσθετων φορτίων LNG στη spot αγορά ανήκει στους συμμετέχοντες στην αγορά.
Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και εάν δεν προκύψει πρόβλημα φυσικής επάρκειας, η διασφάλιση των απαραίτητων ποσοτήτων μπορεί να συνοδευτεί από σημαντική αύξηση του κόστους.
Το κρίσιμο στοίχημα του LNG
Σημαντικό στοιχείο στην εξίσωση αποτελεί η δυνατότητα των ευρωπαϊκών υποδομών να υποδεχθούν μεγαλύτερες ποσότητες LNG.
Σύμφωνα με τη χειμερινή αξιολόγηση του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου, ENTSOG, οι υφιστάμενες υποδομές διαθέτουν την τεχνική δυνατότητα να διαχειριστούν αυξημένες εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου και να αντισταθμίσουν τα χαμηλότερα επίπεδα αποθήκευσης.
Ωστόσο, η ύπαρξη επαρκών υποδομών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη διαθεσιμότητα των αναγκαίων ποσοτήτων LNG σε ανταγωνιστικές τιμές.
Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνέχιση των εγχύσεων φυσικού αερίου στις αποθήκες ακόμη και κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου, εφόσον το επιτρέπουν οι συνθήκες της αγοράς.
Στόχος είναι να διατηρηθούν επαρκή αποθέματα για την αντιμετώπιση πιθανών κυμάτων ψύχους προς το τέλος του χειμώνα, αλλά και να αποφευχθεί η είσοδος στην επόμενη θερινή περίοδο με εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης.
Άλλωστε, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα δημιουργούσε νέες πιέσεις στην αγορά το 2027, καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα καλούνταν να αναπληρώσουν μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου εν μέσω περιορισμένης προσφοράς και αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη μπορεί να διαθέτει τις υποδομές και τους μηχανισμούς για να αντιμετωπίσει τον φετινό χειμώνα, ωστόσο η ασφάλεια εφοδιασμού δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη σταθερότητα των τιμών.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη πρόκληση των επόμενων μηνών: να διασφαλιστεί η επάρκεια φυσικού αερίου χωρίς να προκληθεί ένα νέο κύμα ενεργειακών ανατιμήσεων, το οποίο θα επιβάρυνε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυρίως την ήδη πιεσμένη ευρωπαϊκή βιομηχανία.
